Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
13 / 1 / 2021

Το lockdown του lockdown...

Πρώτα, είπαν ότι δεν θα ξανακάνουν lockdown. Μετά, το ξαναέκαναν και έβαλαν ημερομηνία λήξης. Πέρασε η ημερομηνία λήξης, ξίνισε το γιαούρτι, αλλά το lockdown συνεχίστηκε. Μέχρι ακόμα μια ημερομηνία λήξης. Κι άλλη μια ημερομηνία λήξης... Επ’άπειρον;

Όπως και νάχει, δεν φαίνεται να τελειώνει το πράγμα. Αέναο Lockdown.

Ή, μάλλον, ξέρεις κάτι· ίσως και να τελειώσει. Όταν έχουν πουλήσει οι φαρμακευτικές όλα τα εμβόλια (οπότε και, μάλλον, θα βρουν άλλο κόλπο για να συνεχίσουν να πουλάνε και να φαρμακώνουν τον οργανισμό μας).

Και η κυβέρνηση-τσίρκο συνεχίζει να παίζει το θέατρο σκιών της μάσκας και του κλειδαμπαρώματος (για να πούμε και το lockdown στα ελληνικά).

Και τώρα μη νομίζετε ότι είμαι Συριζαίος. Και ο ΣΥΡΙΖΑ να ήταν επάνω, τα ίδια χάλια θα είχαμε, πιστεύω. Μόνο ένα καλό είδα από τον ΣΥΡΙΖΑ: μου μείωσε το ΕΦΚΑ. Μετά, ήρθαν αυτοί οι καραγκιόζηδες και το αύξησαν, και έβαλαν και πρόστιμο αν δεν το πληρώσεις ώς την προθεσμία, και το βγάζουν και όποτε τους καυλώσει, έτσι είναι θέμα ρουλέτας άμα θα προλάβεις την προθεσμία! Ε, ρε παλληκάρια, είστε γαμάτοι. Τι άλλο να πω; Κατά τα άλλα, το ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μια κλοτσιά στην ελληνική οικονομία και την έστειλε στο διάολο. Όμως πλήρωνα λιγότερο ΕΦΚΑ, κι αυτό το θυμάμαι. Μετά, ήρθε η Νέα Επιδημία. Δεν έφτιαξε τίποτα, και χάλασε και το ΕΦΚΑ, και έκανε και χούντα. Ω λα λα...

Τέλος πάντων· όπως ξέρετε, δεν είμαι με κανένα κόμμα, απλά λέω τα πράγματα όπως τα βλέπω. Τα συντακτικά κόμματα με ενδιαφέρουν πολύ περισσότερο από τα πολιτικά κόμματα – και τα παθολογικά κώματα δεν με ενδιαφέρουν καθόλου.

Γι’αυτό δεν ασχολούμαι γενικά με την πολιτική, η οποία είναι, συνήθως, μικροπολιτική στην Ελλάδα. Τώρα όμως, τέτοιες κορονομέρες, τέτοιες χουντομέρες, τέτοιες κλειστομέρες, τέτοιες καταστροφομέρες που ζούμε, νομίζω ότι είναι έγκλημα να μη μιλάς καθόλου για το τι συμβαίνει.

Σε λίγο έχουν σκοπό να διαιρέσουν την κοινωνία σε Καθαρούς και Μολυσμένους. Είναι αυτό πράγμα για να μη μιλάς; Μαζί με όλα τα άλλα αισχρά που έχουν συμβεί τους τελευταίος μήνες; Συγνώμη – χρόνος πλησιάζει πια, όχι μήνες. Κοντεύουμε κάνα χρόνο κλειδαμπαρώματος. Ελλάς, το Μπουντρούμι της Κορονοχούντας.

Και ο κόσμος, γενικά, δεν βλέπεις να αντιδρά. Έχει πια αρχίσει να συνηθίζει τις μαλακίες του click-away και του κλειδαμπαρώματος, και να φορά μάσκα μες στη μέση του ανοιχτού δρόμου (!), και να προετοιμάζεται να του χώσουν ένα πειραματικό χυμικό υγρό άγνωστης ποιότητας, και να του λένε ψευτιές για υπέρογκους αριθμούς κρουσμάτων και νεκρών από έναν ιό που δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο επικίνδυνος όσο διατυμπανίζεται.

Όλα αυτά κανονικά, έτσι; Δεν τρέχει τίποτα. Συνεχίζουμε να ζούμε...

Τι άλλο περιμένουν για να ξεσηκωθούν αυτοί οι άνθρωποι; Να μην έχουν, στην κυριολεξία, να φάνε; Να κοιμούνται ομαδικά σε πεζοδρόμια; Να τους τραβάνε δεμένους με αλυσίδες και ημίγυμνους (αλλά με μάσκες, μην το γαμήσουμε κιόλας!) γύρω από την Ομόνοια; Τι;

Γιατί, ρε άνθρωποι, συνεργάζεστε; Γιατί προσαρμόζεστε σε κάτι που βλέπετε, πρακτικά, κάθε μέρα, ότι κακό σάς κάνει, καλό δεν σας κάνει;

Επικρατεί – όπως συνήθως – μια γενική νωθρότητα, απογοήτευση, και λογική τού περιμένουμε-να-μας-πούνε-τι-να-κάνουμε.

Και υποτίθεται ότι ζούμε σε δημοκρατία...

Αλλά αυτό πλέον δεν είναι ακριβώς δημοκρατία, και όλοι το καταλαβαίνουμε. Είναι παράδειγμα προς αποφυγήν για το δημοκρατικό πολίτευμα. Αυτό που συμβαίνει τώρα δείχνει πώς μπορούν κάποιοι να σφετεριστούν την εξουσία με «δημοκρατικά» μέσα και να οργανώσουν απολυταρχία. Δείχνει πόσο ευάλωτες είναι οι δημοκρατίες μας – όλου του δυτικού κόσμου τουλάχιστον, αν όχι όλου του πλανήτη γενικά.

Δείχνει, επίσης, ότι δεν υπάρχει κανένας εδώ, σ’αυτό τον τόπο, ο οποίος να μπορεί ώστε και να επιχειρήσει να υπερασπιστεί τη δημοκρατία. Διότι η δημοκρατία δεν μπορεί πάντα να κρατήσει από μόνη της. Πρέπει κάποιοι να είναι εκεί για να τη διαφυλάττουν.

Και ποιοι είναι, τώρα, φύλακες της δημοκρατίας;... Κανείς. Δεν υπάρχουν τέτοιοι.

Δεν μπορούν ούτε καν οι πολίτες οι ίδιοι να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους γιατί είναι άοπλοι. Ο πολίτης απαγορεύεται να φέρει όπλα.

Καλά, θα μου πεις, είναι δυνατόν να ισχυρίζεσαι ότι θα έπρεπε να επιτρέπεται ο πολίτης να φέρει όπλα;

Όπως ξέρουν όλοι όσοι με παρακολουθούν καιρό σ’αυτό το blog αλλά και στο κεντρικό μου site, είμαι γενικά φιλειρηνικός. Δε νομίζω ότι τα προβλήματα λύνονται με τον πόλεμο. Είμαι εναντίον των στρατών – ειδικά αυτών των στρατών που αποτελούνται από δουλοστρατιώτες (οι αληθινοί στρατοί αποτελούνται μόνο από μαχητές που μάχονται οικειοθελώς· οι άλλοι στρατοί είναι παρωδίες). Δεν έχω τίποτα εναντίον των Τούρκων, ή οποιουδήποτε άλλου γείτονά μας. Τον Ερντογκάν τον αποστρέφομαι γιατί είναι παλιάνθρωπος ως προσωπικότητα, και το έχει αποδείξει πολλές φορές, όχι επειδή είναι Τούρκος. Με τους Τούρκους δεν έχω κανένα πρόβλημα. Γενικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα με όποιον δεν με ενοχλεί έμπρακτα.

Υπάρχουν, όμως, και όρια στον φιλειρηνισμό μου. Όταν κάποιος έρθει να μου κλέψει το σπίτι μου, ή να με κάνει δούλο, ή να με ληστέψει – εμένα ή τους δικούς μου – τότε αρχίζω να το παίρνω προσωπικά. Τότε θα βρω ό,τι υπάρχει πρόχειρο εκεί γύρω και θα του ανοίξω το κεφάλι στα δύο.

Και τώρα συμβαίνει ακριβώς αυτό: Έρχονται μέσα στη χώρα μας, μέσα στις πόλεις μας, μας κάνουν δούλους, μας ληστεύουν, με διάφορα προσχήματα, όπως μιας επιδημίας. Και νομίζεις εσύ ότι οι πολίτες δεν θα έπρεπε να έχουν όπλα για να μπορούν να προστατέψουν οι ίδιοι τον εαυτό τους;

Ποιος θα σε προστατέψει; Η Αστυνομία; Ο Στρατός; Δεν το νομίζω. Θα γυρίσουν, μήπως, και θα πουν στον Μητσοτάκη και τη Νέα Επιδημία «Τέρμα οι μαλακίες, έχουμε δημοκρατία, μαζέψτε τα και φύγετε»; Όχι. Απλά θα κάνουν ό,τι τους λένε.

Ένα καλό έχω, ωστόσο, να πω για την Ελληνική Αστυνομία τούτες τις μέρες· κι αυτό δεν το λέω για να μη θεωρηθεί ότι προσπαθώ να τη διασύρω. Δεν είναι ο σκοπός μου να διασύρω κανέναν, ούτως ή άλλως. Αλλά δεν νομίζω ότι η Αστυνομία εφαρμόζει τόσο αυστηρά τα μέτρα της απαγόρευσης κυκλοφορίας όσο θα μπορούσε. Τουλάχιστον, εμένα ποτέ κανένας δεν με έχει σταματήσει στον δρόμο – ή, μάλλον, μόνο μία φορά, αλλά ήταν τελείως επιπόλαιο, επειδή διέσχιζα την Ομόνοια χωρίς μάσκα, και τελικά δεν μου έριξαν πρόστιμο (είχα τη μάσκα περασμένη στο χέρι και τύχαινε να πίνω λεμονάδα εκείνη τη στιγμή). Και εγώ, όταν βγαίνω, βαδίζω 10+ χιλιόμετρα μέσα στην Αθήνα· δεν είναι μικρή απόσταση. Όχι μόνο ποτέ δεν με έχουν σταματήσει για να μου ζητήσουν τον λόγο, αλλά ούτε έχω δει να σταματάνε και κανέναν άλλο πεζό. Νομίζω ότι μόνο είδα μια φορά να σταματάνε ένα αυτοκίνητο. Νομίζω.

Δεν αμφιβάλλω ότι έχουν πέσει πρόστιμα – και, μάλιστα, άδικα πρόστιμα. Σίγουρα έχουν πέσει. Απλά λέω ότι τα μέτρα θα μπορούσαν να εφαρμόζονται και πιο αυστηρά. Και επιδοκιμάζω το γεγονός ότι δεν εφαρμόζονται πιο αυστηρά.

Όπως και νάχει, όμως, πέρα απ’όλα αυτά, πέρα από τις μικροαντιδράσεις των πολιτών ή των σωμάτων ασφαλείας ή των πολιτικών ή ορισμένων δημοσιογράφων που ακόμα τυχαίνει να αγαπάνε την ελευθερία, η χούντα καλά κρατεί. Δεν φαίνεται να μπορεί κανείς να κάνει τίποτα για να αντιστρέψει την κατάσταση.

Είναι αυτό πρόβλημα ή δεν είναι;

Βλέπουμε ένα μειονέκτημα του δημοκρατικού καθεστώτος – το γεγονός ότι μπορεί κάποιος, παίρνοντας την εξουσία, να μετατρέψει τη δημοκρατία σε απολυταρχία προσποιούμενος ότι είναι ακόμα δημοκρατία.

Γι’αυτό θα έπρεπε να υπάρχουν κάποιοι που να μπορούν να υπερασπιστούν το δημοκρατικό πολίτευμα, με τα όπλα αν χρειαστεί. Να εισβάλουν στο Κοινοβούλιο, να πουν στους σφετεριστές «Τέρμα το παιχνίδι σας, πηγαίνετε ήσυχα σπίτια σας ή φάτε σφαίρες στο κεφάλι», και μετά να μην κρατήσουν αυτοί την εξουσία για τον εαυτό τους (γιατί τότε θα ήταν πραξικόπημα) αλλά να την παραδώσουν σε ανθρώπους που μπορούν όντως να διοικήσουν δημοκρατικά και ελεύθερα αυτή τη χώρα ακόμα κι αν αυτό μάς φέρει σε ρήξη με διεθνείς συγκαλυμμένες απολυταρχίες.

Ουτοπία, λες; Φαντασίωση; Να πάω να γράψω κάνα μυθιστόρημα, καλύτερα; (Όχι πως δεν το κάνω ήδη αυτό το τελευταίο.)

Τότε, γιατί, ρε άνθρωπε, δέχεσαι ως κάτι πραγματικότερο από φαντασίωση αυτή τη δυστοπία που υφίσταται τώρα γύρω σου, η οποία είναι, αληθινά, σαν να έχει βγει από μυθιστόρημα μυθιστοριογράφου πιο διεστραμμένου ακόμα κι από εμένα;

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]